
Προσθετική Οδοντιατρική
Η οδοντική προσθετική είναι ο κλάδος της οδοντιατρικής που αναφέρεται στην αποκατάσταση οποιασδήποτε βλάβης, φθοράς ή απώλειας, μερικής ή ολικής του ορατού δοντιού με τεχνητό τρόπο, με διαφορετικά υλικά και απορρέουσες μεθόδους.
Η προσθετική αφορά το «ορατό» κομμάτι του δοντιού, την «ορατή αποκατάσταση», είτε αυτή στηρίζεται σε τμήμα του φυσικού δοντιού, είτε σε ένα εμφύτευμα.
Η επιτυχία της οδοντικής προσθετικής αποκατάστασης εξαρτάται από την πολύ καλή προετοιμασία της περιοχής πάνω στην οποία θα βασιστεί ή θα στηριχθεί το προσθετικό τεχνητό τμήμα.
Η προσθετική διαχωρίζεται σε κατηγορίες ανάλογα με τον τρόπο αποκατάστασης του δοντιού.
Εμφυτεύματα Δοντιών
Πρόκειται για αποκατάσταση δοντιού με τεχνητό τρόπο, στις περιπτώσεις όπου δεν υπάρχει καθόλου δόντι, είτε έχει εξαχθεί, είτε έχει φύγει με φυσικό τρόπο. Στην περίπτωση απώλειας δοντιού, ο περιοδοντολόγος και ο προσθετολόγος κάνουν τη μελέτη SIMPLANT - καθοδηγούμενη μελέτη με τη βοήθεια ηλεκτρονικού υπολογιστή (computerized) - προκειμένου να τοποθετηθεί με «χειρουργική» ακρίβεια στο οστό το εμφύτευμα.
Το SIMPLANT εφαρμόζεται για την τοποθέτηση ακόμη και ενός εμφυτεύματος έως πολλά εμφυτεύματα, αποτελεί μία εντελώς αναίμακτη διαδικασία, δεν εμφανίζει κανενός είδους παρενέργειες (ακριβώς επειδή δεν είναι επεμβατική διαδικασία), παρέχει απόλυτη προσομοίωση και ακριβή εφαρμογή. Αποτέλεσμα της μεθόδου αυτής, είναι η επίτευξη ενός απόλυτα φυσικού αποτελέσματος, που δε διαφέρει καθόλου από το φυσικό δόντι.
Για την εφαρμογή του συγκεκριμένου προγράμματος θα πρέπει ο ασθενής να υποβληθεί σε αξονική τομογραφία, τα αποτελέσματα της οποίας εισάγονται ως δεδομένα στο εγκατεστημένο πρόγραμμα του υπολογιστή. Το πρόγραμμα αυτό παρέχει τρισδιάστατη εικόνα του οστού και της γνάθου. Στον υπολογιστή ο οδοντίατρος τοποθετεί το εμφύτευμα, ελέγχει την απόλυτη εφαρμογή και την επιτυχία της τοποθέτησης και στη συνέχεια κατασκευάζει το εμφύτευμα βάσει του «εικονικού» σχεδιασμού.
Με τον τρόπο αυτό, το εμφύτευμα τοποθετείται και εφαρμόζει με απόλυτη ακρίβεια, ο ασθενής δεν ταλαιπωρείται και ο χρόνος της όλης διαδικασίας μειώνεται σημαντικά.
Με την επιλογή τοποθέτησης εμφυτευμάτων κανένα άλλο δόντι πλην αυτού που πρόκειται να αποκατασταθεί δεν υποβάλλεται σε οποιαδήποτε διαδικασία φθοράς ή προετοιμασίας για να λειτουργήσει ως στήριγμα.
Η καθοδηγούμενη μελέτη και τοποθέτηση Simplant αποτελεί έναν από τους πλέον ενδεδειγμένους τρόπους για τη σωστή και επιτυχή τοποθέτηση του εμφυτεύματος ώστε στη συνέχεια να τοποθετηθεί με εξίσου αξιοσημείωτη ακρίβεια το προσθετικό μέρος.
Πάνω από το εμφύτευμα, την τεχνητή δηλαδή ρίζα του δοντιού, τοποθετούνται οι επιεμφυτευματικές στεφάνες (στεφάνες επί εμφυτεύματος), δηλαδή το τεχνητό ορατό μέρος του δοντιού που τοποθετείται πάνω σε εμφύτευμα.
Τα εμφυτεύματα, είτε κατασκευάζονται από μέταλλο (τιτάνιο), είτε από κεραμικό (ζιρκονία), αποτελούν μία εξαιρετική βάση στήριξης που διατηρείται στο στόμα με βιοσυμβατότητα, για πολλά χρόνια ή και δεκαετίες. Η στεφάνη (θήκη), κατασκευασμένη εξ’ ολοκλήρου από πορσελάνη (ολοκεραμική στεφάνη), είτε από πορσελάνη με βάση μετάλλου (μεταλλοκεραμική), τοποθετείται εφαρμοστά πάνω στο εμφύτευμα, προσομοιάζοντας απόλυτα με το φυσικό δόντι.
Για την τελική επιλογή του υλικού, είτε του εμφυτεύματος, είτε της στεφάνης, θα πρέπει να συνυπολογιστούν διάφοροι παράγοντες, όπως η θέση του δοντιού που χρήζει αποκατάστασης και η επακόλουθη χρήση του.
Σε ένα ωραίο σχηματισμένο χαμόγελο, όπου τα δόντια είναι γερά αλλά παρουσιάζουν σημαντικές δυσχρωμίες και φθορές, οι όψεις πορσελάνης αποτελούν την ιδανική επιλογή οδοντιατρικής προσθετικής.
Ο γιατρός προετοιμάζει τα δόντια αφαιρώντας, ανάλογα με το περιστατικό, ένα ελάχιστο μέρος της οδοντικής ουσίας και ανανεώνει την όψη των δοντιών τοποθετώντας στην επιφάνειά τους μία «φλύδα» πορσελάνης, σε φυσικό λευκό χρώμα. Με τον τρόπο αυτό δεν βελτιώνει μόνο το χρώμα των δοντιών κάνοντάς το ενιαίο αλλά και το σχήμα, δίνοντας σε κάθε δόντι το ιδανικό σχήμα, χωρίς κενά ανάμεσα στα δόντια ή άλλες επιφανειακές δυσμορφίες ή ανωμαλίες.
Οι όψεις πορσελάνης υπερτερούν σημαντικά από τις όψεις ρητίνης, οι οποίες είναι πορώδη υλικά και γι’ αυτό επικολλούνται σε αυτές χρωστικές ουσίες. Οι όψεις πορσελάνης επιπλέον εμφανίζουν πολύ καλή ανθεκτικότητα στη χρήση και στον χρόνο.
Οι στεφάνες, γνωστές ως θήκες ή κορώνες, είναι τα ορατά μέρη της αποκατάστασης ενός δοντιού, το οποίο για να αποκατασταθεί πλήρως θα πρέπει ουσιαστικά να εφαρμοστεί στο υγιές μέρος του, μία θήκη σε σχήμα δοντιού. Η θήκη αυτή, αλλιώς στεφάνη, προστατεύει το αδύναμο μέρος του δοντιού που έχει παραμείνει στο στόμα, αποκαθιστά την ορατή βλάβη, στηρίζει άλλες προσθετικές εργασίες, όπως μία γέφυρα ή καλύπτει ένα οδοντικό εμφύτευμα.
Οι στεφάνες μπορούν να είναι ολοκεραμικές, όπως e-max, ζιρκονίου ή μεταλλοκεραμικές και αντικαθιστούν όλο το δόντι χωρίς να χρειάζονται εμφύτευμα για να στηριχθούν.
Οι στεφάνες έχουν εφαρμογή σε όλα τα δόντια του στόματος, όπου επιθυμούμε καλή αισθητική και εικόνα, χωρίς δυσμορφίες, χρωματικές ή μορφολογικές.
Για την εφαρμογή τους ο γιατρός τροχίζει κατάλληλα το δόντι πάνω στο οποίο θα στηριχθεί η στεφάνη και αφού λάβει το αποτύπωμα, φτιάχνει τη στεφάνη σε εργαστήριο οδοντοτεχνικής. Στο ενδιάμεσο διάστημα έως την τελική τοποθέτηση, ο οδοντίατρος καλύπτει το δόντι με κάποια προσωρινή θήκη συνήθως από ακρυλικό.
Οι Γέφυρες επιλέγονται για την αποκατάσταση δοντιού που λείπει. Για τη στήριξη των γεφυρών χρησιμοποιούνται τα εκατέρωθεν δόντια του απωλεσθέντος δοντιού (δεξιά και αριστερά από το δόντι που λείπει). Πρόκειται ουσιαστικά για στεφάνες (θήκες) που μπορούν να αποκαταστήσουν από ένα έως και περισσότερα δόντια. Στηρίζονται σε παρακείμενα, υγιή δόντια και ως υλικά και διαδικασία εφαρμογής είναι ίδια με αυτά της μονής στεφάνης (θήκης). Το μειονέκτημα της γέφυρας είναι ότι συχνά χρειάζεται να τροχιστούν υγιή δόντια. Δεδομένης της εξέλιξης της τεχνολογίας στην οδοντιατρική, στις περιπτώσεις απώλειας δοντιού ή δοντιών οι γέφυρες έχουν σχεδόν αντικατασταθεί από τα εμφυτεύματα.
Οι στεφάνες εμφανίζουν εξαιρετικά καλή διάρκεια ζωής και ανθεκτικότητα, ενώ «λειτουργούν» ως φυσικά δόντια, στη λειτουργικότητα, στην αίσθηση και στην εικόνα.
Τα ένθετα και επένθετα αποτελούν αποκαταστάσεις των «πίσω» δοντιών, των γομφίων ή προγομφίων και επιλέγονται ως μία λιγότερο επεμβατική και επιθετική αποκατάσταση.
Στο δόντι που εμφανίζει είτε εκτεταμένη βλάβη, είτε επιφανειακή φθορά και το σφράγισμα δεν μπορεί να την αποκαταστήσει και δεν επιλέγεται η θήκη, ο οδοντίατρος προχωρά στη λύση του ένθετου ή του επένθετου.
Για τη σωστή εφαρμογή των ένθετων και των επένθετων, ο γιατρός προετοιμάζει το δόντι κατάλληλα με τρόχισμα και παίρνει αποτύπωμα για τη σωστή εφαρμογή του. Η διαδικασία ολοκληρώνεται με τη συγκόλληση του κατασκευασμένου τμήματος στο στόμα, σε δεύτερη επίσκεψη.
Το επένθετο όπως και το ένθετο, αφορά αποκατάσταση δοντιού που εμφανίζει είτε εκτεταμένη βλάβη, είτε επιφανειακή φθορά και το σφράγισμα ή η θήκη δεν αποτελεί επιλογή του γιατρού και του ασθενούς.
Εάν το ένθετο ή το επένθετο κατασκευαστεί από πορσελάνη, χρωματικά και ποιοτικά το αποτέλεσμα θα είναι σαφώς βελτιωμένο συγκριτικά με τη ρητίνη, η οποία όμως αποτελεί μία καλή επιλογή, πιο οικονομική και εύχρηστη.
Μία από τις πιο διαδεδομένες τεχνικές αποκατάστασης μέρους ή όλων των δοντιών εδώ και πολλές δεκαετίες, είναι οι οδοντοστοιχίες, μερικές ή ολικές, αντίστοιχα. Πρόκειται για τεχνητά δόντια, που μιμούνται τα φυσικά και που έχουν κολληθεί πάνω σε μία βάση από ακρυλικό υλικό σε χρώμα που προσομοιάζει με αυτό των ούλων. Τα τεχνητά δόντια μπορεί να είναι από σύνθετη ρητίνη ή και πορσελάνη ανάλογα με το επιθυμητό αποτέλεσμα και κόστος.
Οι τεχνητές οδοντοστοιχίες διατηρούν σε σχετικό βαθμό την αίσθηση της γεύσης και χρειάζονται χρόνο για να προσαρμοστεί ο ασθενής και να επιτύχει την άρθρωση και την ομιλία που θα είχε με τα φυσικά του δόντια. Τοποθετούνται με ευκολία από τον ασθενή και το κόστος τους είναι σχετικά περιορισμένο συγκριτικά με όλες τις άλλες «σταθερές» αποκαταστάσεις. Ωστόσο, η επιλογή τους αποτελεί έσχατη λύση, δεδομένου ότι έχουν αντικατασταθεί αισθητικά και λειτουργικά από τα σαφώς ανώτερα οδοντικά εμφυτεύματα.
Οι Επένθετες οδοντοστοιχίες είναι τεχνητές οδοντοστοιχίες που «θηλυκώνουν» πάνω σε εμφυτεύματα και ενώ μπορούν να βγουν ανά πάση στιγμή, εξασφαλίζουν σταθερότητα όσο παραμένουν στο στόμα. Οι επένθετες οδοντοστοιχίες εφαρμόζουν στην άνω και στην κάτω γνάθο και για τη σταθερή τους εφαρμογή χρειάζονται 4 εμφυτεύματα για την άνω γνάθο και τουλάχιστον 2 εμφυτεύματα για την κάτω γνάθο. Αποτελούν μία βελτιωμένη εκδοχή των απλών τεχνητών οδοντοστοιχιών γιατί «κουμπώνουν» σε σταθερό σημείο, επιτρέπουν και τη γεύση, τη μάσηση και την ορθή ομιλία, δεδομένου ότι έχουν σαφώς περιορισμένο τεχνητό ουρανίσκο. Επιπλέον, είναι ανθεκτικές και αισθητικά άρτιες, δεν απαιτούν χρονοβόρα διαδικασία, το κόστος τους είναι συγκριτικά περιορισμένο και «λειτουργούν» καλά για πολλά χρόνια.
Για την εφαρμογή των επένθετων οδοντοστοιχιών χρησιμοποιείται ο προγραμματισμός με την τρισδιάστατη καθοδηγούμενη με ηλεκτρονικό υπολογιστή μέθοδο SIMPLANT.